ἑτεροφωνία

ἑτερο-φωνία, ,
A diversity of note,

ἑ. καὶ ποικιλία τῆς λύρας Pl.Lg.812d

; περὶ ἑτεροφωνίας τῶν ὁμογενῶν, title of work, Thphr.Fr.181.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ετεροφωνία — η (Α ἑτεροφωνία) η διαφορά τόνου, ήχου, φωνής νεοελλ. 1. το να μιλά κάποιος διαφορετική γλώσσα, η αλλοφωνία 2. ιατρ. ανώμαλη φωνή, παθολογικός φωνητικός διχασμός μερικών ατόμων που εκφέρουν φωνή συγχρόνως σε δύο τόνους 3. μουσ. αυτοσχεδιαστικός… …   Dictionary of Greek

  • ἑτεροφωνίας — ἑτεροφωνίᾱς , ἑτεροφωνία diversity of note fem acc pl ἑτεροφωνίᾱς , ἑτεροφωνία diversity of note fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροφωνίαν — ἑτεροφωνίᾱν , ἑτεροφωνία diversity of note fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ετερόφωνος — η, ο (Α ἑτερόφωνος, ον) αυτός που έχει διαφορετική φωνή νεοελλ. 1. αυτός που μιλά διαφορετική γλώσσα, ο αλλόγλωσσος, ο ξενόγλωσσος 2. αυτός που πάσχει από ετεροφωνία αρχ. συνεκδ. αυτός που δεν συμφωνεί, ο ασύμφωνος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ετερο * + φωνος… …   Dictionary of Greek

  • μουσική συνοδεία — Στη μουσική υποδηλώνει το ενόργανο μέρος που χρησιμεύει ως ρυθμικό και αρμονικό στήριγμα στο τραγούδι ή σε ένα όργανο, παρέχοντας ηχητική πληρότητα στο σύνολο. Παρόλα αυτά, η μ.σ. δεν αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της μουσικής (δεν έχει λόγο… …   Dictionary of Greek

  • ՕՏԱՐԱՁԱՅՆՈՒԹԻՒՆ — ( ) NBH 2 1029 Chronological Sequence: 6c, 11c գ. ἐτεροφωνία diversitas vocis. Օտարաձայն գոլն. օտար ձայն. անլուր կամ լսելի բառ՝ բարբառ. անմիաբանութիւն. *Ոչ է արժան յօտարաձայնութեան սկիզբն առնել բառից, այլ ʼի ծանօթիցն. Անյաղթ վերլծ. արիստ.: *Ոչ… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.